Γυναίκες, ηγηθείτε!


Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας στις 8 Μαρτίου κάθε χρονιάς αποτελεί για πολλές από εμάς μία αφορμή αναδρομής στο παρελθόν. Μία αφορμή  υπόμνησης των γυναικείων αγώνων, των φεμινιστικών κινημάτων και πολλών ηγετικών προσωπικοτήτων γένους θηλυκού, πού με τη φιλοδοξία, το δυναμισμό και το ασυμβίβαστο πνεύμα τους καθιέρωσαν δραματικά καλύτερες συνθήκες ζωής για τις γυναίκες του πλανήτη. Στις επώνυμες και ανώνυμες γυναίκες που αφιέρωσαν κομμάτι της ζωής τους σε πρωτόγνωρους για εκείνες τις εποχές αγώνες οφείλουμε φυσικά αμέριστη ευγνωμοσύνη και αναγνώριση. Αυτό είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε και φυσικά αφορά μόνο τη θεωρία. Γιατί στην πράξη οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε κάθε μέρα τα δικαιώματα που με κόπο και ιδρώτα διεκδίκησαν και τα οποία εμείς σήμερα – με περισσή άνεση και αφέλεια – θεωρούμε δεδομένα.

Βέβαια, φυσικό είναι να μακαρίζουμε πολύ περισσότερο την τύχη μας όταν συγκρίνουμε τη ζωή μας με αυτή άλλων γυναικών σε όλο τον κόσμο. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι υπάρχουν ακόμα χώρες στις οποίες δεν έχουν αναγνωριστεί στις γυναίκες τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα. Σε πολλές γωνιές του πλανήτη, τα κορίτσια στερούνται της βασικής εκπαίδευσης, υποβάλλονται στο μαρτύριο της παιδικής εργασίας, υπόκεινται σε εμπόριο λευκής σαρκός, πέφτουν θύματα βιασμού και τελικά τις διώχνουν από τα σπίτια τους επειδή ντρόπιασαν την οικογένειά τους με αυτό τους το «ηθικό έγκλημα»! Αναμφισβήτητα, η κατάστασή μας θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερη, αλλά θα μπορούσε να είναι και πολύ καλύτερη. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε και να αρκούμαστε σε όλα αυτά που κατοχυρώθηκαν για εμάς πολύ πριν έρθουμε στον κόσμο.

Προσωπικά, δεν θεωρώ παράλογο ούτε ανέφικτο να υποπέσουμε στο σφάλμα της αδράνειας. Μεγάλωσα στην ελληνική κοινωνία που δεν αποστερεί από τα κορίτσια τη δυνατότητα εκπαίδευσης, ειδίκευσης και εργασίας σε όποιον τομέα – θεωρητικά – επιθυμούν, τη στιγμή που οι γονείς μου μιλούσαν για ξεχωριστά σχολεία αρρένων και θηλέων∙ τη στιγμή που οι γιαγιάδες μου μιλούσαν για απόλυτη αφοσίωση στο νοικοκυριό και στην ανατροφή της οικογένειας. Οι καταστάσεις αυτές αποτελούν οικεία ακούσματα στα αυτιά μου, αλλά πολύ ξένα βιώματα τόσο σε εμένα όσο και στις περισσότερες γυναίκες της γενιάς μου. Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι μπορώ να κυνηγήσω ανεμπόδιστα τα όνειρά μου, ότι μπορώ να θέσω τους στόχους μου ελεύθερα και με σκληρή δουλειά, πάθος και αφοσίωση να διεκδικήσω όλα αυτά που μου υπόσχεται μία αξιοκρατική κοινωνία. Και δεν είμαι η μόνη που πιστεύει σε όλες αυτές τις ιδέες που «χαϊδεύουν» τα αυτιά μου στη διάρκεια των σχολικών μου χρόνων. Άλλωστε, μου αρκεί να παρατηρήσω τις επιδόσεις που σημειώνονται στα ελληνικά ιδρύματα πρωτοβάθμιας έως και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: τα μεγαλύτερα ποσοστά επιτυχίας και οι υψηλότερες βαθμολογίες εντοπίζονται κατά κανόνα ανάμεσα στις γυναίκες μαθήτριες και φοιτήτριες. Λίγα χρόνια, όμως, πριν από την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών μου σπουδών και την επικείμενη προσπάθεια ένταξής μου στην αγορά εργασίας αναρωτιέμαι αν όλοι αυτοί οι αισιόδοξοι ισχυρισμοί και οι καθησυχαστικές υποσχέσεις περί αξιοκρατίας και ισότητας ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Όταν διαδήλωναν στους δρόμους, οι σουφραζέτες οραματίζονταν μια κοινωνία όπου θα επικρατούσε απόλυτη ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι οι άντρες εξακολουθούν να διοικούν τον κόσμο. Μόνο σε 17 από τις 195 ανεξάρτητες χώρες του κόσμου κυβερνούν γυναίκες, ενώ μόνο το 20% των κοινοβουλευτικών εδρών παγκοσμίως καταλαμβάνονται από αυτές. Το ποσοστό σε ηγετικές θέσεις είναι ακόμα μικρότερο στο χώρο των επιχειρήσεων. Στις ΗΠΑ, οι γυναίκες κατέχουν περίπου το 14% των θέσεων διευθυντικών στελεχών και αντίστοιχο είναι το ποσοστό που παρατηρείται στις γυναίκες της Ευρώπης. Κανένας από αυτούς του αριθμούς δεν πλησιάζει το 50%. Αμυδρή και βραδεία είναι και η βελτίωση που παρατηρείται στον τομέα των αμοιβών.

Δυστυχώς, συμβαίνει αυτό που φοβόμουν. Γυναίκες της γενιάς μου σημειώνουν, με τον ίδιο τρόπο που έχω κι εγώ παρατηρήσει μέχρι σήμερα, ότι μέχρι την αποφοίτησή τους γυναίκες και άντρες υπάρχουν σε ίση περίπου αναλογία στα διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα, απολαμβάνουν ίσες δυνατότητες ανέλιξης εντός αυτών και παρουσιάζουν εξίσου υψηλά ποσοστά επιτυχίας. Και ενώ περίμεναν ότι κάτι τέτοιο θα εξακολουθήσει να συμβαίνει και στη μετέπειτα επαγγελματική τους πορεία, διαπιστώνουν ότι στις καλύτερες θέσεις βρίσκονται σχεδόν πάντα οι άντρες, καθώς και ότι όσο περνούν τα χρόνια ο αριθμός των εργαζόμενων συναδέλφων τους μειώνεται! Είναι προφανές ότι η υπόσχεση της ισότητας δεν είναι η ίδια με την πραγματική ισότητα. Η κατάσταση στις σύγχρονες κοινωνίες απέχει κατά πολύ από την απόλυτη ισότητα γιατί αυτή θα συνεπαγόταν τη διοίκηση των μισών επιχειρήσεων και χωρών από γυναίκες και τη διοίκηση των μισών σπιτιών από άνδρες! Μάλλον ονειρευόμαστε…

Η εξήγηση γι’ αυτή την κατάσταση είναι απλή. Οι γυναίκες έρχονται αντιμέτωπες με αμέτρητα και ουσιαστικά εξωτερικά εμπόδια που αναστέλλουν την ανέλιξή τους στον τομέα της εργασίας: σεξισμός, διακρίσεις, σεξουαλική παρενόχληση, μητρότητα, περιορισμένες γονικές άδειες και πολλά ακόμα τις κρατούν μακριά από την κορυφή. Υπάρχουν ξεκάθαρα και διόλου ασήμαντα προβλήματα που περιορίζουν αισθητά τη δυνατότητα των γυναικών να αφοσιωθούν ολοκληρωτικά και αποτελεσματικά στην πρόοδο, την αυτοβελτίωση και τη διάκρισή τους. Επιπλέον, οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να αποδεικνύουν συνεχώς την αξία τους και αυτό δεν είναι απλώς ιδέα μας. Το 2011 μια μελέτη της εταιρείας συμβουλευτικών υπηρεσιών McKinsey επεσήμανε ότι οι άντρες προάγονται βάσει των δυνατοτήτων τους, ενώ οι γυναίκες βάσει της προηγούμενης επίδοσής τους!

Ακόμα σοβαρότερα όμως είναι τα εσωτερικά εμπόδια που καλούμαστε να ξεπεράσουμε, τα οποία μάλλον αποτελούν και τους ουσιαστικότερους ανασταλτικούς παράγοντες. Η στασιμότητά μας οφείλεται στην έλλειψη αυτοπεποίθησής μας, στην έλλειψη πυγμής, στην έμφυτη συστολή μας και στο φόβο για την ανάληψη πρωτοβουλιών. Όσο προοδευτικές και αν είναι οι κοινωνίες στις οποίες μεγαλώνουμε, δεχόμαστε και εσωτερικεύουμε όλα τα αρνητικά μηνύματα που περιλαμβάνονται στα διαχρονικά στερεότυπα περί του ρόλου, της στάσης ζωής, της συμπεριφοράς που πρέπει να υιοθετεί μία γυναίκα προκειμένου να συμβαδίζει με τη φύση της. Δεν πρέπει να μιλάμε με παρρησία, δεν πρέπει να φαινόμαστε κυριαρχικές ή επιθετικές, δεν πρέπει να διακόπτουμε τους άλλους. Πρέπει να κάνουμε τις περισσότερες δουλειές του σπιτιού και να μεριμνούμε περισσότερο για τη φροντίδα των παιδιών. Σε όλη μας τη ζωή ακούμε αληθινές ιστορίες στις οποίες γυναίκες απέτυχαν να συνδυάσουν την καριέρα με τη μητρότητα. Γυναίκες που θυσίασαν την καριέρα ή την οικογένεια και που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν ένα από τα όνειρά τους. Νομίζουμε ότι η επιθυμία μας για συνδυασμένη επιτυχία στον οικογενειακό και επαγγελματικό τομέα είναι ένα άπιαστο όνειρο εξαιτίας όλων των δυσκολιών που μας επιβάλλονται, αλλά ξεχνάμε όλες τις δυσκολίες που επιβάλλουμε εμείς στον εαυτό μας. Ξεχνάμε όλες τις φορές που κάναμε πίσω γιατί νομίσαμε ότι δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Αυτές οι σκέψεις μπορεί να ακούγονται υπερβολικά φεμινιστικές, αλλά δεν είναι παρά η υπεράσπιση της ιδέας ότι κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως φύλου, δικαιούται να διεκδικήσει και να αποκτήσει οτιδήποτε αποτελεί γι’ αυτόν το σκοπό της ζωής του. Δεν είναι υποχρεωτικό να θέλουν όλες οι γυναίκες να εργάζονται, ούτε να έχουν οικογένεια, ούτε να επιθυμούν να συνδυάσουν αυτούς τους δύο δύσκολους ρόλους. Είναι όμως σημαντικό για κάθε γυναίκα να γνωρίζει ότι μπορεί να φτάσει στην κορυφή όχι επειδή δούλεψε σκληρά, ή επειδή ήταν λίγο παραπάνω τυχερή ή επειδή κάποιος καλός άνθρωπος τις έδωσε λίγες παραπάνω ευκαιρίες. Πρέπει αποδεδειγμένα πλέον να ξέρει ότι μπορεί να ηγηθεί αυτού του κόσμου επειδή έχει ισάξιες δυνατότητες και χαρίσματα με τον άνδρα και ότι μπορεί να τα καταφέρει χάρη σε αυτά. Πριν από κάθε θεσμική αλλαγή, πρέπει να υπάρξει η εσωτερική αλλαγή που θα μας κάνει να πιστέψουμε ουσιαστικά στους εαυτούς μας. Ας ελπίσουμε ότι σε μερικά χρόνια από τώρα δε θα χρειάζεται καν να γιορτάζουμε αυτή την ημέρα γιατί οι μισές χώρες και επιχειρήσεις θα διοικούνται από γυναίκες, ενώ τα μισά σπίτια από άνδρες!

Κατερίνα Καραγκούνη